φιλοσοφία

Ο όρος, που σημαίνει αγάπη της σοφίας, αναφέρεται για πρώτη φορά στον Πυθαγόρα. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, και μεταξύ αυτών ο Κικέρων και ο Διογένης Λαέρτιος, αφηγούνται ότι ο Πυθαγόρας, διατρέχοντας την Ελλάδα, έφτασε στον Φλιούντα, όπου ο Λέων, τύραννος της πόλης, θαυμάζοντας τις ικανότητές του, τον ρώτησε ποιος είναι και ποιο το επάγγελμά του. Εκείνος όμως απάντησε ότι δεν ξέρει κανένα ιδιαίτερο επάγγελμα, αλλά είναι φιλόσοφος. Ο Λέων, έκπληκτος, γιατί πρώτη φορά άκουγε τη λέξη αυτή, ζήτησε από τον Πυθαγόρα να του την εξηγήσει. «Κανείς», απάντησε ο Πυθαγόρας, «δεν είναι σοφός εκτός από τη θεότητα· στους ανθρώπους όμως δόθηκε να είναι φίλοι της σοφίας, δηλαδή φιλόσοφοι». Το ανεκδοτολογικό πλαίσιο μπορεί ίσως να μην είναι αληθινό· καθώς όμως η ουσία του ανεκδότου είναι αρχαιότατη (ήδη τον 5o αι. π.Χ., σε διάστημα λιγότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Πυθαγόρα, αποδιδόταν σε εκείνον ο νεολογισμός φιλόσοφος – σε αντίθεση με το σοφός), μπορούμε να δεχτούμε με κάποια βεβαιότητα ότι ο όρος διαδόθηκε, πιθανόν και να πλάστηκε, από τους πυθαγορικούς κύκλους της νότιας Ιταλίας και της Ελλάδας μεταξύ 6ου και 5ου αι. π.Χ. Ο λόγος του πυθαγορικού νεωτερισμού γίνεται αντιληπτός, αν σκεφτούμε την εξέλιξη των λέξεων σοφός και σοφία. Στον Όμηρο και στα αρχαιότερα κείμενα οι δύο αυτές λέξεις σήμαιναν τον κάτοχο και την κατοχή κάποιας ικανότητας ή αρμοδιότητας. Αλλά με τον Ηράκλειτο έχουμε μια μεταπήδηση της έννοιας όταν λέει: «μεταξύ εκείνων που άκουσα τους λόγους τους, κανείς δεν έφτασε στο σημείο να ξέρει ότι εκείνο που είναι σοφό είναι κάτι απόλυτα χωριστό» και «η ουσία του σοφού είναι να ξέρει τον λόγο που κυβερνά όλα τα πράγματα μέσα από όλα τα πράγματα». Η σοφία γίνεται μια καθολική γνώση, που είναι αντίθετη όχι μόνο στη μερική γνώση αλλά και στην πολυγνωσία, στην εκτεταμένη και ανοργάνωτη ευρυμάθεια. Και ακριβώς στο σημείο αυτό τοποθετείται η δημιουργία του πυθαγορικού νεολογισμού: η σοφία ξεφεύγει από τις πραγματικές ικανότητες του ανθρώπου και είναι ένα αγαθό απρόσιτο και μόνο επιθυμητό. Στον άνθρωπο έχει δοθεί μόνο η αγάπη της σοφίας, η φιλοσοφία. Ο εννοιολογικός νεωτερισμός του Ηράκλειτου και οι πυθαγόρειοι νεολογισμοί θα έμεναν ίσως περιθωριακό επεισόδιο, χωρίς συνέχεια στην ιστορία της ελληνικής λεξικογραφικής κληρονομιάς, αν δεν τα δεχόταν και τα δύο ο Πλάτων και δεν καθιέρωνε την αιώνια επιβίωσή τους. Επιβίωση, που είναι άλλωστε μια εξαιρετικά περίπλοκη ιστορία, αφού πρέπει αναγκαστικά να περιληφθεί σε αυτήν και η εξέταση των διαφόρων τρόπων με τους οποίους οι διάφορες φ. (και όχι μόνο, επομένως, οι διάφορες ιδέες περί φ.) σχηματίστηκαν διαδοχικά. Ο Πλάτων βαθαίνει τη σωκρατική έννοια της φ. ως επιδίωξη γνώσης: η φ. γεννιέται από την ίδια τη γνώση της μη γνώσης, που δεν είναι ούτε απόλυτη άγνοια ούτε και γνώση, αλλά διαρκής στάση αμφιβολίας και κριτικής, που βρίσκει τη λαμπρότερη προσωποποίησή της στον Έρωτα, τον θεό της αγάπης, γιο της φτώχειας και του πλούτου. Η σωκρατική συζήτηση και η αναζήτηση γίνονται στον Πλάτωνα φ. και διαλεκτική, τάση προς τη γνώση του κόσμου των αιώνιων ιδεών, που είναι πιο πραγματικός και πιο αληθινός από τον παροδικό αισθητό κόσμο. Με τον τρόπο αυτό η φ. αρχίζει να διακρίνεται τόσο από τον μύθο και τη θρησκεία όσο και από την επιστήμη: δεν είναι μια αφήγηση πιθανή αλλά όχι αποδεδειγμένη, ούτε και μερική γνώση της αισθητής πραγματικότητας, αλλά συλλογισμός, που, απελευθερωμένος από τους περιορισμούς που πηγάζουν από τις αισθήσεις, φτάνει στον κόσμο των καθαρών ιδεών και στην απόλυτη αλήθεια. Απελευθέρωση όμως από τον κόσμο των αισθήσεων σημαίνει και απελευθέρωση από τον κόσμο των παθών και τάση για μια πιο αυθεντική ζωή (την υπερκόσμια), στην οποία η ψυχή είναι τελικά ελεύθερη, στην ενατένιση του αληθινού, από τη φυλακή του σώματος. Η φ. είναι, με την έννοια αυτή, ηθική ζωή και κυρίως προετοιμασία για τον θάνατο, πόθος όχι μόνο του αληθινού, αλλά και του καλού και του ωραίου. Ο φιλόσοφος όμως, εφόσον ζει, εκτελεί την αποστολή του: όχι μόνο η ζωή του θα είναι απαλλαγμένη από φροντίδες και ανάγκες, αλλά και ο τρόπος που σκέφτεται και τα λόγια του θα πρέπει να είναι ελεύθερα από κάθε εξωτερικό περιορισμό και καταναγκασμό, και κυρίως ελεύθερα από κάθε ανταγωνισμό και πνεύμα νίκης και πρακτικής σκοπιμότητας. Ο φιλόσοφος δεν είναι πολιτικός ούτε ρήτορας, τουλάχιστον με την τρέχουσα έννοια των λέξεων αυτών, αν και, με μια βαθύτερη έννοια, μόνο ο φιλόσοφος μπορεί να είναι αληθινός πολιτικός και αληθινός ρήτορας. Και για τον Αριστοτέλη, επίσης, η φ. είναι επιδίωξη για την απόκτηση της θείας σοφίας, της γνώσης του Σύμπαντος. Αλλά το Σύμπαν αυτό δεν είναι πια η πλατωνική ιδέα που υπερβαίνει τα αισθητά πράγματα, αλλά η μορφή που ενυπάρχει στην ύλη. Ακόμα κι αν στον Αριστοτέλη ο δυναμικός ρυθμός της αναζήτησης τοποθετείται καθαρά σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την κατάκτηση του αντικειμένου της αναζήτησης, η φ. μένει πάντα γι’ αυτόν, όπως και για τον Πλάτωνα, αφιλοκερδής ενατένιση της πραγματικότητας, όχι στις τυχαίες όψεις της αλλά στις ουσιαστικές (τις μεταφυσικές αρχές και τις πρώτες αιτίες). Η φ., ως επιστήμη του όντος καθ’ εαυτό, διακρίνεται αυστηρά όχι μόνο από τις πρακτικές και ποιητικές επιστήμες, αλλά και από τις άλλες θεωρητικές επιστήμες, όπως η φυσική και τα μαθηματικά. Στην ελληνιστική εποχή η φ. υποδιαιρείται σε τρία μέρη (λογική, φυσική, ηθική), αλλά ο σκοπός περιορίζεται βαθμιαία στην προσφορά συνταγών για μια στενά ατομιστική ηθική σοφία, στον προσδιορισμό της οδού για την κατάκτηση της ευτυχίας και την απελευθέρωση από τα πάθη (επικουρισμός και στωικισμός). Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον η φ. έχασε σιγά σιγά τα περιγράμματά της: νοείται ως γενική μόρφωση, κυρίως λογοτεχνική και ιστορικονομική, ως μελέτη γαλήνια και απαλλαγμένη από πρακτικές φροντίδες (π.χ. στον Κικέρωνα, αλλά μια ανάλογη αντίληψη εξέφραζε και ο Ισοκράτης την εποχή του Πλάτωνα). Περισσότερο όμως τείνει να ενοποιηθεί με τη θρησκεία ή και κατευθείαν με τα μυστήρια και τη θεουργία, που προσφέρουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα την ευτυχία και τη σωτηρία. Ο Φίλων ο Εβραίος και οι νεοπλατωνικοί είναι οι μορφές που, στον ειδωλολατρικό κόσμο, εκφράζουν την τάση αυτή, ερμηνεύουν τη θρησκεία με φιλοσοφικές έννοιες και ταυτόχρονα τοποθετούν, στην κορυφή, μια ιδιότητα (τη διαίσθηση, την έκσταση) που ξεπερνά τις δυνάμεις της φιλοσοφικής λογικής. Αλλά μόνο με τον χριστιανισμό το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ φ. και θρησκείας τέθηκε σε όλη την ευρύτητά του: από τις διατριβές εναντίον του γνωστικισμού των πρώτων μ.Χ. αιώνων έως τις διατριβές εναντίον των διαλεκτικών της περιόδου του σχολαστικισμού, υπάρχει πάντα μια ισχυρή πολεμική διάθεση εναντίον της φ., που προσπαθεί να διασώσει τη διάκριση μεταξύ αυτής και της θρησκείας απέναντι στις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες ένωσής τους και επομένως απέναντι στον κίνδυνο νόθευσης της γνήσιας σημασίας των αξιών της πίστης και της αποκάλυψης. Από το άλλο μέρος, η αλήθεια της πίστης και η αλήθεια της λογικής δεν μπορούν να συγκρούονται, αφού και οι δύο προέρχονται από τον Θεό και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να είναι δυνατή η εύρεση ενός πεδίου συνεργασίας της πίστης και της λογικής: από τον άγιο Αυγουστίνο έως τον άγιο Aνσέλμο και τον άγιο Θωμά τον Ακινάτη, η θρησκεία και η φ. νοούνται διαφορετικά ως όργανα ή υπηρέτες της πίστης και της θεολογίας, ικανές να οδηγήσουν κατευθείαν την ανθρώπινη γνώση έως τα κατώφλια της πίστης και να την προδιαθέσουν ώστε να δεχθεί την αλήθεια της αποκάλυψης. Διατηρείται έτσι η έννοια της διάκρισης, αν όχι της αυτονομίας, που σε μερικές περιπτώσεις φτάνει στην αποδοχή της θεωρίας της διπλής αλήθειας: οπωσδήποτε η διάκριση αυτή ευνοούσε τη διαμόρφωση μιας πειραματικής επιστήμης (Pογήρος Mπέικον, Βουριδανός, Νικόλαος Όρεσμος) αρκετά απελευθερωμένης, τουλάχιστον στα συγκεκριμένα, αν όχι στις αρχές, από τη θεολογία. Έτσι φτάνουμε, με τον ουμανισμό και την Αναγέννηση στο κατώφλι του νεότερου κόσμου: την πολεμική εναντίον της σχολαστικής φ., την αναβίωση των παγανιστικών φ., πλατωνισμού και αριστοτελισμού, τη γέννηση μιας νέας αντίληψης για τον άνθρωπο και τη λογική του, την κεραυνοβόλο ανάπτυξη των επιστημών που δημιουργούν το κεφαλαιώδες πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ επιστήμης και φ.: ο Κέπλερ, ο Γαλιλαίος και ο Φράνσις Mπέικον είναι οι θεμελιωτές της νεότερης σκέψης. Στη θέση της παλαιάς φ. της φύσης γεννιέται η επιστήμη της φύσης και, αν στους άλλους τομείς η φ. θέλει να βγει από τις ατέλειωτες φιλονικίες, οφείλει να προσαρμοστεί στην επιστήμη και να αποκτήσει μια επιστημονική μέθοδο έρευνας. Όταν όμως μιλάμε για μέθοδο, εννοούμε τη λογικοκρατική, επαγωγική, απριορική μέθοδο των μαθηματικών ή την πειραματική, απαγωγική, αποστεριορική μέθοδο των φυσικών επιστημών; Η ενότητα της μεθόδου του Γαλιλαίου διασπάται και ενώ η λογικοκρατία (Ντεκάρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς) φαίνεται να ξαναγυρίζει στα παλαιά, άλυτα προβλήματα της μεταφυσικής, η εμπειριοκρατία (Χομπς κι έπειτα Λοκ και Μπέρκλεϊ), επικρίνοντας όχι μόνο τις έννοιες της μεταφυσικής (την ουσία) αλλά και της επιστήμης (αιτία, χρόνος, χώρος), καταλήγει με τον Χιουμ, στο να ξαναφέρει σε συζήτηση το ίδιο το πρόβλημα των ορίων και της αξίας της γνώσης. Έτσι, από το ένα μέρος η φ. τείνει να νοείται, ιδιαίτερα από τον γαλλικό διαφωτισμό, ως σοφία. Και γεννιέται η φυσιογνωμία του φιλοσόφου και του ιδεολόγου, πολεμικού κατά της παράδοσης και των συμβάσεων στο όνομα των φώτων της λογικής. Από το άλλο μέρος, η αντίθεση μεταξύ της λογικοκρατίας και της εμπειριοκρατίας προσφέρει έδαφος στον καντιανό κριτικισμό. Με τον Καντ η λογική υποτάσσεται μόνη της στο ίδιο της το δικαστήριο: δικάζει δηλαδή τον ίδιο της τον ισχυρισμό ότι γνωρίζει τα πράγματα και το ποιες είναι οι συνθήκες που επιτρέπουν μια γνώση ικανή να εμπλουτίζεται και συγχρόνως να είναι καθολική και αναγκαία. Ούτε οι a priori επαγωγές της λογικοκρατίας ούτε η αποστεριορική σύνθεση του εμπειρισμού ικανοποιούν απόλυτα τους όρους αυτούς. Μια καθολική και αναγκαία γνώση θα ήταν επομένως δυνατή αν ήταν εφικτή η συνθετική a priori γνώση, και η ανάλυση της δυνατότητας αυτής είναι το έργο της φ. Αλλά το a priori, είτε ως μορφή της αισθητικότητας (χώρος και χρόνος) είτε ως κατηγορία της διάνοιας, δεν είναι δεδομένο της εμπειρίας: είναι εκείνο με το οποίο το υποκείμενο ενοποιεί και γνωρίζει τα δεδομένα της εμπειρίας. Από αυτό πηγάζει η αδυναμία της χρησιμοποίησής του έξω από την εμπειρία και επομένως μιας μεταφυσικής ως επιστήμης: το καθιερωμένο αντικείμενο της μεταφυσικής (ο κόσμος, η ψυχή, ο Θεός) δεν είναι αντικείμενο επιστημονικής γνώσης και, αν η ανθρώπινη λογική ισχυρίζεται πως το γνωρίζει, δεν μπορεί να αποφεύγει ριζικές και αθεράπευτες αντινομίες. Εάν απορριφθεί ως αντικείμενο της επιστήμης, το αντικείμενο της μεταφυσικής πρέπει να γίνει δεκτό ως αξίωμα της ηθικότητας, ως αντικείμενο του τύπου πρέπει να είναι όχι της γνώσης, αλλά μόνο της σκέψης μας. Ακριβώς όμως από τη διάκριση αυτή ξεκινά η επόμενη προβληματική. Αν το αντικείμενο της μεταφυσικής δεν μπορεί να γίνει γνωστό, αυτό σημαίνει πως η φ. μπορεί να έχει ως αντικείμενο μόνο αυτό που μπορεί να γνωρίσει, δηλαδή το αντικείμενο της επιστήμης. Από το άλλο μέρος, ο Χέγκελ, επικρίνοντας τόσο το αδιάκριτο απόλυτο του Σέλινγκ όσο και το καντιανό πρέπει να είναι θέτει εκ νέου ως αντικείμενο της φ. το απόλυτο και την ολότητα, όχι ως αφαιρέσεις, αλλά ως προσδιορισμούς, που διαρκώς ξεπερνιούνται, μιας αδιάκοπης εξέλιξης. Έτσι η φ. έχει το ίδιο αντικείμενο με τη θρησκεία, αλλά η πρώτη το δέχεται με τη μορφή, όχι πια της διαίσθησης, αλλά αντίθετα της σκέψης και της έννοιας («ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό και ότι είναι λογικό είναι πραγματικό»). Και η έννοια είναι το καθολικό συγκεκριμένο, χαρακτηριστικό της φ., ενώ οι επιστήμες μένουν εγκλωβισμένες στο καθολικό αφηρημένο ή στο συγκεκριμένο, στην ιδιομορφία του. Οι διάφορες φ. δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη φ. στις διάφορες στιγμές της ανάπτυξής της (ταυτότητα της φ. και της ιστορίας της φ.). Στη θέση της φ. ως ενατένισης και αντανάκλασης μιας ακίνητης και αιώνιας πραγματικότητας τοποθετεί έτσι μια νέα φ., η οποία είναι κατανόηση μιας πραγματικότητας (της Ιδέας) μέσα στη διαλεκτική εξέλιξή της και στην ιστορία της, η οποία είναι ξεπέρασμα του διαχωρισμού υποκειμένου και αντικειμένου, που είναι ιστορικισμός. Η εγελιανή ιδέα της φ., κατάληξη μιας αδιάκοπης εξέλιξης της σκέψης, ενώ βρήκε, ειδικά στην Ιταλία (όπου τον 19o αι. ο Γκαλούπι, ο Poσμίνι και ο Τζομπέρτι είχαν αντιταχθεί ρωμαλέα και με διάφορους τρόπους στον καντιανό κριτικισμό στο όνομα του αντικειμενισμού και της υπερβατικότητας) μια πρωτότυπη επανεπεξεργασία με τον Κρότσε και τον Τζεντίλε και μπόρεσε έτσι να αφομοιώσει τα βασικά στοιχεία του ιστορικισμού του Βίκο, έγινε σε όλη την Ευρώπη κέντρο μιας εις βάθος διαδικασίας κριτικής και επανεξέτασης. Ο ιστορικισμός και η διαλεκτική είναι οι παράγοντες που, μαζί με την κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας και του αστικού δικαίου, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σκέψης του Μαρξ, για τον οποίο η φ. είναι το ιδεολογικό υπεροικοδόμημα των πραγματικών υλικών διαδικασιών (οικονομικών) και των αντιφάσεών τους. Αλλά ταυτόχρονα επικρίνεται αυστηρά το κέντρο της εγελιανής αντίληψης της φ., δηλαδή η ταυτότητα του πραγματικού και του λογικού και η διάκριση μεταξύ επιστήμης και φ. Στον αιώνα μας, από το ένα μέρος έχουμε τον τονισμό των εξωλογικών, βουλητικών και βιταλιστικών κινήτρων (που παρουσιάζουν κατά διαφορετικό τρόπο οι Σοπενχάουερ, Νίτσε και Ντίλταϊ) ή τη διεκδίκηση της πρωταρχικής έννοιας του ανθρώπου ως μεμονωμένου ατόμου: η φ. νοείται ως υπαρξική ανάλυση, δηλαδή ως ανάλυση του τρόπου ύπαρξης που χαρακτηρίζει ειδικά τον άνθρωπο, του τραγικού αινίγματος που ο άνθρωπος ανακαλύπτει μέσα στον εαυτό του, ως σημείο συνάντησης του περατού και του άπειρου, του πρόσκαιρου και του αιώνιου. Ο υπαρξισμός, τόσο στη θρησκευτική μορφή του όσο και στην άθεη, σημείωσε μεγάλη επιτυχία (στη Γερμανία: Μπαρτ, Γιάσπερς, Χάιντεγκερ· στη Γαλλία: Μαρσέλ, Λε Σεν, Λαβέλ, Σαρτρ, Μερλό-Ποντλί· στη Ρωσία: Σεστόφ και Μπερντιάεφ) και αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική μορφή της αντιεγελιανής διαμαρτυρίας, που ξεκινά από τον Κίρκεγκαρντ. Από το άλλο μέρος, η υποτίμηση της επιστήμης, σε σχέση με τη φ., αμφισβητήθηκε από τον θετικισμό (που αντιπροσώπευαν κυρίως ο Κοντ, ο Σπένσερ και ο Αρντιγκό), για τον οποίο η φ. δεν είναι τίποτε άλλο από τον συστηματικό συνδυασμό των γνώσεων και των αρχών των χωριστών επιστημών. Ο ιστορικισμός έγινε κοινωνιολογία, και μόνο το θετικά και επιστημονικά βεβαιούμενο γεγονός είναι αντικείμενο της επιστήμης. Δεν άργησαν όμως να βρεθούν λόγοι κριτικής της αξίας των νόμων και των επιστημονικών γνώσεων: έτσι γεννήθηκαν ο εμπειριοκριτικισμός (Μαχ και Αβενάριους), η κριτική της επιστήμης (Πουανκαρέ και Χάιζενμπεργκ) και η επιστημολογία (Μέγερσον). Η ιδέα εξάλλου μιας ενοποιημένης επιστήμης, που είναι χαρακτηριστική του σύγχρονου νεοθετικισμού (από τον Μόρις έως τον Σλιγκ, τον Βιτγκενστάιν, τον Κάρναπ, τον Ράσελ, παρ’ όλες τις διαφορές τους) παρουσιάζεται με τελείως νέο τρόπο: όχι πια στο πεδίο της γνώσης, στο οποίο αρμόδιες είναι, αν είναι, οι χωριστές επιστήμες, αλλά μόνο στο πεδίο της ανάλυσης της επιστημονικής γλώσσας, μιας ανάλυσης δηλαδή που απελευθερώνει τη γλώσσα από τα διφορούμενα και τα ψεύτικα προβλήματα και επιδιώκει μόνο να δώσει μια απόλυτα αυστηρή και τυπική διατύπωση των προτύπων της, των νόμων της και των κανόνων της. Ο πραγματισμός (Περς και Τζέιμς) και ο οργανικισμός (Ντιούι), τέλος, συμπληρώνουν την εικόνα αυτή των σχέσεων επιστήμης και φ., εισάγοντας τη χρησιμότητα και τη λειτουργικότητα στη θέση της αλήθειας, ως κριτήρια της αξιολόγησης των γνώσεων γενικά, εκεί όπου ο λεγόμενος νεορεαλισμός (Αλεξάντερ, Ουάιτχεντ, Σανταγιάνα) αναστρέφει τον βασικό γνωσεολογικό και μεταφυσικό δυϊσμό υποκειμένου και αντικειμένου. Τα θέματα της κριτικής της αξίας της επιστημονικής γνώσης και της ταύτισης επιστήμης και φ. εξετάστηκαν και ερευνήθηκαν εκ νέου από ρεύματα που συνειδητά είναι αντίθετα στον θετικισμό. Η λεγόμενη φ. των αξιών (Βίντελμπαντ, Ρίκερτ), κρίνοντας την επιστήμη ανίκανη να ξεπεράσει την απλή και αφηρημένη επιβεβαίωση του γεγονότος, διεκδικεί για τη φ. το καθήκον να αναλύσει τις κρίσεις που εκφράζουν μια αξία, μια αξιολόγηση. Η πνευματοκρατία (σπιριτουαλισμός), κυρίως η γαλλική, από το ένα μέρος (με τους Ρεβεσόν, Ρενουβιέ, Λασελιέ) κηρύσσεται για μια επιστροφή στον Καντ και την εκ νέου παραδοχή της ιδέας κάποιας σκοπιμότητας στη φύση, ενώ από το άλλο υποβάλλει σε κριτική τη συνάφεια των φυσικών νόμων (Μπουτρού), εξαίρει τη διαίσθηση απέναντι στην επιστημονική μέθοδο (Μπερξόν) ή κάνει φ. της δράσης (Μπλοντέλ). Η φαινομενολογία (Χούσερλ), τέλος, προσπαθεί να θεμελιώσει μια φ. ως αυστηρή επιστήμη, με την έννοια ότι με τη φαινομενολογική αναγωγή (ικανή να «θέσει μεταξύ παρενθέσεων», δηλαδή να απομονώσει ό,τι ανάγεται στο ψυχολογικό υποκείμενο και ό,τι ανάγεται στην έμπρακτη ύπαρξη των πραγμάτων) κατορθώνει να φτάσει σε μια ειδητική διαίσθηση των ιδανικών ουσιών στην καθαρή αντικειμενικότητά τους: ουσιών που είναι υπερβατικές και αντικειμενικές, ως όροι της διαίσθησης της συνείδησης, αλλά και ενυπάρχουσες, εφόσον υπάρχουν μόνο επειδή περιέχονται εκ προθέσεως στη συνείδηση. Ο νεοθετικισμός, η πνευματοκρατία, ο υπαρξισμός, η φαινομενολογία, ο ιστορικισμός, ο μαρξισμός: αυτές είναι οι εναλλακτικές λύσεις που η σύγχρονη σκέψη προσφέρει στο πρόβλημα τι είναι η φιλοσοφία. Η «Εγκυκλοπαίδεια της ενοποιημένης επιστήμης», που σχεδίασε ο νεοθετικιστής Νούρατ, συγκέντρωνει τους εκπροσώπους της επιστημονικής φιλοσοφίας. Στιγμιότυπο από τις εκδηλώσεις στη Ρωμαϊκή Αγορά για τον εορτασμό του έρους αφιερωμένου στο Σωκράτη. Το έργο του μεγάλου αυτού φιλοσόφου διδάσκεται έως τις μέρες μας (φωτ. ΑΠΕ). Ο Πυθαγόρας δημιούργησε, κατά την παράδοση, τον όρο φιλοσοφία. Προτομή του στο Μουσείο του Καπιτώλιου στη Ρώμη. «Η φιλοσοφία», λεπτομέρεια από τον τάφο του πάπα Σίξτου Δ’ (1490-93), έργο του Πολαϊόλο. Η φιλοσοφία προσωποποιημένη μελετά το βιβλίο της φύσης στο οποίο πρέπει να εντρυφούν όλοι οι φιλόσοφοι, και όσοι ενδιαφέρονται για τη φιλοσοφία (Βατικανό, Ρώμη).
* * *
η, ΝΜΑ [φιλόσοφος]
1. η αγάπη και η επιδίωξη τής σοφίας, η έφεση για γνώση και μόρφωση
2. η αναζήτηση τής φύσης τών πραγμάτων, η προσπάθεια για ανακάλυψη τής φύσης και τής αλήθειας τών όντων και τών φαινομένων
3. η διδασκαλία, το σύστημα ενός φιλοσόφου, μιας σχολής ή μιας εποχής (α. «η φιλοσοφία τού Αριστοτέλους» β. «η φιλοσοφία τής Αναγέννησης»)
4. φιλοσοφική απάθεια, στωικότητα, εγκαρτέρηση («δέχθηκε τις αλλεπάλληλες συμφορές με φιλοσοφία»)
5. φρ. «η πρώτη φιλοσοφία» — η μεταφυσική
νεοελλ.
1. α) (κατά τον Ηράκλ.) η διερεύνηση τής φύσης τών όντων
β) (κατά τον Πλάτ.) η γνώση τού όντως όντος, τού άφθαρτου και αιώνιου
γ) (κατά τον Αριστοτ.) η έρευνα τών αιτίων και τών αρχών τών όντων
δ) (κατά τους στωικ.) η ενασχόληση τού πνεύματος τής οποίας αντικείμενο, σκοπός και λόγος είναι η θεωρητική και πρακτική αρετή
ε) (κατά τους επικουρείους) η διά τού λόγου, τής λογικής, πρόσκτηση τής ικανότητας για ευδαιμονία
στ) (κατά τον Καρτέσιο) το με συστηματική διατύπωση, σύμφωνα με τον λόγο, διαμορφωμένο σύνολο τής γνώσης
ζ) (κατά τον Καντ) η έλλογη συσχέτιση κάθε γνώσης με τους σκοπούς τού ανθρώπινου λόγου, τής λογικής, κατά την οποία ο φιλόσοφος είναι ερευνητής τών εννοιών και νομοθέτης τού λόγου
η) (κατά τον Φίχτε) η γενική επιστήμη, η επιστήμη και προϋπόθεση όλων τών επιστημών
θ) (κατά τον Χέγκελ) η επιστήμη τού λόγου, τού πνεύματος που νοεί τον εαυτό του
ι) (κατά τη μαρξιστ. αντίληψη) γενική θεώρηση τού κόσμου και τής ζωής, μορφή τής κοινωνικής συνείδησης, που αποτελεί ένα σύστημα γενικών εννοιών για τη φύση και την κοινωνία υπό τις πιο γενικές τους εκφάνσεις, καθώς και για τη θέση και τον ρόλο τού ανθρώπου στο σύμπαν και για τον τρόπο διαμόρφωσης και τελειοποίησης τών σχέσεων μεταξύ τών ανθρώπων, αφ' ενός, και τών ανθρώπων και τής αντικειμενικής πραγματικότητας, αφ' ετέρου
2. το σύνολο τών μεθοδολογικών αρχών που βρίσκονται στη βάση ενός δεδομένου τομέα γνώσης («πολιτική φιλοσοφία»)
3. οι κατευθυντήριες γραμμές και οι βασικές αρχές που προσδιορίζουν μια ενέργεια ή ένα έργο («η φιλοσοφία τού νομοσχεδίου δεν πρόκειται να αλλάξει»)
4. ο ιδιαίτερος, ο προσωπικός τρόπος ενός ατόμου να αντιμετωπίζει την ζωή και τα προβλήματά της («είναι αντίθετο με την φιλοσοφία του»)
5. μτφ. ερμηνεία ενός πράγματος, ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου με δυσνόητες θεωρίες («άσε τις φιλοσοφίες και πες το απλά»)
6. φρ. α) «δεν θέλει [ή δεν χρειάζεται] φιλοσοφία» — λέγεται για κάτι το απλό και ευνόητο
β) «φιλοσοφία τής ιστορίας» — τομέας τής φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο τις γενικότερες νομοτέλειες και την ενότητα τού ιστορικού γίγνεσθαι, καθώς και το νόημα τής ιστορίας, τις ιδιομορφίες και τα μεθοδολογικά προβλήματα τού ιστορικού στοχασμού
γ) «φιλοσοφία τής φύσης» — θεωρητική ενασχόληση, που εμφανίστηκε ακόμη από την αρχαιότητα και αποτέλεσε, αργότερα, συνιστώσα τών φιλοσοφικών συστημάτων, ιδίως κατά την περίοδο τής Αναγέννησης και τών μετέπειτα χρόνων, και η οποία είχε ως στόχο να διαγράψει μια γενική εικόνα τής φύσης και να δώσει μια γενική ερμηνεία τών φαινομένων
δ) «φιλοσοφία τής τέχνης» — κλάδος τής φιλοσοφίας, που τείνει προς μια γενική θεώρηση τής τέχνης, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με το θείο, με τις αξίες τού αληθούς ή τού αγαθού, με την αρμονία
ε) «φιλοσοφία τής ζωής» — ομάδα ιδεοκρατικών νεορομαντικών σχολών τών τελών τού 19ου και τών αρχών τού 20ού αιώνα που επιδίωξαν να κατανοήσουν το φαινόμενο τής γνώσης και τού πολιτισμού σε σχέση με τη ζωή, υπερβάλλοντας όμως τον ρόλο τού βιολογικού παράγοντα και καταλήγοντας στη φόρμουλα τού ιστορικού ιντουισιονισμού
στ) «φιλοσοφία τού πολιτισμού» — σχετικά αυτόνομη θεωρητική επιστήμη που ερευνά τους νόμους γένεσης και ανάπτυξης τού πολιτισμού, τη δομή και λειτουργικότητα τών πολιτιστικών αξιών, τη σχέση ανάμεσα στην αξιολογική, επικοινωνιακή και δραστηριακή πλευρά τού πολιτισμού, τις σχέσεις μεταξύ πνευματικού και υλικού πολιτισμού καθώς και τη σχέση ανάμεσα στην πρακτική, υλική δράση και τη δημιουργία αξιών μέσα στην εν γένει δυναμική τής κοινωνικής ζωής
ζ) «φιλοσοφία τής επιστήμης» — σχετικά ιδιαίτερος κλάδος που τοποθετείται στον χώρο τομής τής φιλοσοφίας και τής επιστήμης και ο οποίος ερευνά τα μεθοδολογικά, επιστημολογικά και οντολογικά προβλήματα τής επιστήμης·η) «φιλοσοφία τού δικαίου» — τομέας που ασχολείται με τη διατύπωση εννοιών και θεωριών για την υποβοήθηση τής κατανόησης τής φύσης τού δικαίου, τών πηγών τής ισχύος του και τού ρόλου του στην κοινωνία
νεοελλ.-μσν.
φρ. «Κρασοπατέρα Φιλοσοφία»
(βυζ.) βυζαντινό σκωπτικό ποίημα στο οποίο σατιρίζονται ιεροί θεσμοί και καταστάσεις τής βυζαντινής κοινωνίας και τής Εκκλησίας
αρχ.
1. η συστηματική και μεθοδική σπουδή και έρευνα ενός πράγματος («τῶν ἐκ φιλοσοφίας ὅσοι τυγχάνουσιν ἐμπείρως ἔχοντες τῆς περὶ τὴν μουσικὴν παιδείας», Αριστοτ.)
2. (ειδικά) η επιστημονική σπουδή ή άσκηση τής ρητορικής και, ιδίως, τής διαλεκτικής («τὴν περὶ τοὺς λόγους φιλοσοφίαν», Iσοκρ.)
3. εκκλ. α) η χριστιανική θεολογία («ἵνα μὴ προδῶ τὴν ἱερὰν φιλοσοφίαν», Γρηγ. Νύσσ.)
β) ο ασκητικός, ο πνευματικός βίος
4. ιατρ. η πειθαρχία σε θεραπευτική αγωγή («οἱ νοσοῡντες, ἂν μὴ διαπαντὸς εὐτακτῶσιν, οὐδέν αὐτοῑς ὄφελος τῆς μέχρι τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν φιλοσοφίας», Ιωάνν. Χρυσ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φιλοσοφία — φιλοσοφίᾱ , φιλοσοφία love of knowledge fem nom/voc/acc dual φιλοσοφίᾱ , φιλοσοφία love of knowledge fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσοφία — η философия: φιλοσοφία των πατέρων η философия отцов – богословская наука, изучающая мировоззрения Святых Отцов Восточной и Западной Церкви …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • φιλοσοφία — η 1. η αγάπη ή η επιδίωξη της σοφίας (βλ. λ.), η επιθυμία για γνώση, η φιλομάθεια. 2. η αναζήτηση της αλήθειας, η έρευνα της φύσης των πραγμάτων, η επιστήμη που εξετάζει τις πρώτες αρχές και αιτίες των όντων: Η φιλοσοφία είναι η μητέρα των… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλοσοφίᾳ — φιλοσοφίαι , φιλοσοφία love of knowledge fem nom/voc pl φιλοσοφίᾱͅ , φιλοσοφία love of knowledge fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοσοφία — [философиа] ουσ. Θ. философия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • ινδική φιλοσοφία — Η φιλοσοφία που αναπτύχθηκε στην Ινδία. Κεντρικό πρόβλημα της ι.φ. είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον κύκλο της ζωής και των αναγεννήσεων –σαμσάρα– που συνδέεται με το κάρμα, δηλαδή τον καρπό των πράξεων που συντελέστηκαν σε προηγούμενες… …   Dictionary of Greek

  • Πρώτη φιλοσοφία —         (prole philosophia) (греч.) первая философия. Так Аристотель назвал метафизику; Вольф онтологию. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов.… …   Философская энциклопедия

  • αξιών, φιλοσοφία των- — Γερμανικό φιλοσοφικό ρεύμα που γνώρισε ανάπτυξη στο τέλος του 19ου αι. και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού και στο οποίο δεσπόζουν δύο φυσιογνωμίες: ο Βίλχελμ Βίντελμπαντ και ο Χάινριχ Ρίκερτ. Οι δύο αυτοί φιλόσοφοι, ξεκινώντας από τις αρχές της… …   Dictionary of Greek

  • φιλοσοφίας — φιλοσοφίᾱς , φιλοσοφία love of knowledge fem acc pl φιλοσοφίᾱς , φιλοσοφία love of knowledge fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.